| Γαλλικά | Ελληνικά | Βαθμός βεβαιότητας |
|---|
| Il est malade. | Είναι άρρωστος. | βέβαιο |
| Il doit être malade. | Θα είναι άρρωστος. / Πρέπει να είναι άρρωστος. | πολύ πιθανό |
| Il a dû oublier. | Μάλλον ξέχασε. / Θα ξέχασε. | πολύ πιθανό (παρελθόν) |
| Il aura oublié. | Θα ξέχασε. | υπόθεση (futur antérieur) |
| Il est sans doute malade. | Μάλλον είναι άρρωστος. | πιθανό |
| Il se peut qu'il soit malade. | Ενδέχεται να είναι άρρωστος. | δυνατό (+ subjonctif) |
| Il serait malade. | Φέρεται να είναι άρρωστος. | ανεπιβεβαίωτο |
Υποτιθέμενο και μεταφερόμενο
| Γαλλικά | Ελληνικά |
|---|
| Tu es censé être au travail. | Υποτίθεται ότι είσαι στη δουλειά. |
| Il paraît qu'elle déménage. | Λένε ότι μετακομίζει. (+ οριστική) |
| Il semble qu'il ait changé d'avis. | Φαίνεται ότι άλλαξε γνώμη. (+ subjonctif συνήθως) |
| Il me semble que tu as raison. | Μου φαίνεται ότι έχεις δίκιο. (+ οριστική) |
| Selon / D'après le ministre, … | Σύμφωνα με τον υπουργό… |