Hay και estar: «υπάρχει» ή «βρίσκεται»
Hay για κάτι που αναφέρεται πρώτη φορά, estar για κάτι γνωστό και συγκεκριμένο.
Το hay (από το haber) σημαίνει «υπάρχει / υπάρχουν» και έχει μία μόνο μορφή για ενικό και πληθυντικό.
| hay + … | estar + … |
|---|---|
| αόριστο άρθρο, αριθμός, χωρίς άρθρο | οριστικό άρθρο, κύριο όνομα, κτητικό |
| Hay un banco aquí. | El banco está aquí. |
| Hay dos farmacias. | Mi farmacia está cerca. |
| No hay leche. | La leche está en la nevera. |
- ¿Hay un supermercado cerca? – Sí, está en la esquina.Υπάρχει σούπερ μάρκετ κοντά; – Ναι, είναι στη γωνία.
- En mi clase hay veinte estudiantes.Στην τάξη μου υπάρχουν είκοσι μαθητές.
Test yourself
-
Συμπλήρωσε: En la mesa ___ tres libros.
Show answer
hay -
Συμπλήρωσε: Los libros ___ en la mesa.
Show answer
están -
Μετάφρασε: «Δεν υπάρχει ψωμί.»
Show answer
No hay pan. -
Μετάφρασε: «Πού είναι ο σταθμός;»
Show answer
¿Dónde está la estación?