Used to, would, be used to, get used to
Συνήθειες του παρελθόντος και το «έχω συνηθίσει»: τέσσερις δομές που μπερδεύονται.
| Δομή | Σημασία | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| used to + βασική | συνήθεια ή κατάσταση του παρελθόντος που δεν ισχύει πια | I used to smoke. (κάπνιζα παλιά) |
| would + βασική | συνήθεια του παρελθόντος (μόνο ενέργειες, αφήγηση) | Every summer we would go to the beach. |
| be used to + ουσιαστικό / -ing | είμαι συνηθισμένος σε, έχω συνηθίσει | I'm used to getting up early. |
| get used to + ουσιαστικό / -ing | συνηθίζω (σταδιακά) | You'll get used to the weather. |
Test yourself
-
Μετάφρασε: «Παλιά έμενα στη Θεσσαλονίκη.»
Show answer
I used to live in Thessaloniki. -
Συμπλήρωσε: I'm not used to (drive) on the left.
Show answer
driving -
Μετάφρασε: «Θα το συνηθίσεις.»
Show answer
You'll get used to it. -
Άρνηση του «I used to like it»;
Show answer
I didn't use to like it.