Les adjectifs moins réguliers : πολύς, βαθύς, ακριβής
Les types en -ύς, -ής et -ης, et le très fréquent πολύς.
| Type | Masc. | Fém. | Neutre |
|---|---|---|---|
| πολύς (beaucoup de) | πολύς · πολλοί | πολλή · πολλές | πολύ · πολλά |
| -ύς, -ιά, -ύ | βαθύς (profond) | βαθιά | βαθύ |
| -ής, -ής, -ές | ακριβής (exact) | ακριβής | ακριβές |
| -ης, -α, -ικο | ζηλιάρης (jaloux) | ζηλιάρα | ζηλιάρικο |
Πολύ est aussi l’adverbe « très, beaucoup » : πολύ καλός, Δουλεύει πολύ. Comme adjectif, il s’accorde : πολλή δουλειά (beaucoup de travail), πολλοί άνθρωποι (beaucoup de gens).
- Είχε πολλή κίνηση στον δρόμο.Il y avait beaucoup de circulation.
- Η θάλασσα εδώ είναι πολύ βαθιά.La mer est très profonde ici.
Test yourself
-
Complète : Έχω ___ δουλειά. (πολύς)
Show answer
πολλή -
Complète : ___ φίλοι ήρθαν. (πολύς)
Show answer
Πολλοί -
Féminin de « βαθύς » ?
Show answer
βαθιά -
Neutre de « ακριβής » ?
Show answer
ακριβές